προτρέπω
ρήμα1. Προσπαθώ να κάνω κάποιον να ενεργήσει ή να λάβει μια απόφαση, μέσω λόγων ή συμβουλών που τον κατευθύνουν προς εκείνη την ενέργεια.
2. Δίνω λόγους, πληροφορίες ή προτάσεις με στόχο κάποιος να υπερβεί τον δισταγμό και να επιχειρήσει κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σας προτρέπω να συμμετάσχετε στην εκστρατεία εθελοντισμού.
- Τον προτρέπω να μιλήσει ειλικρινά για όσα συνέβησαν.
- Τους προτρέπω να τηρούν τα μέτρα υγιεινής για την προστασία όλων.
- Την προτρέπω να μην εγκαταλείψει το έργο πριν ολοκληρωθεί.
- Ως καθηγητής, προτρέπω τους φοιτητές να συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις.