προσβάσιμος
επίθετο1. Που μπορεί να προσεγγιστεί ή να φτάσει κανείς εύκολα, χωρίς φυσικά ή τεχνικά εμπόδια.
2. Που γίνεται εύκολα κατανοητός ή προσιτός στη γνώση και στην πληροφόρηση.
3. Που προσφέρει δυνατότητα χρήσης ή πρόσβασης σε άτομα με αναπηρίες ή ειδικές ανάγκες.
Συνώνυμα
προσιτός ευπρόσιτος προσεγγίσιμος προσπελάσιμος ανοικτός πρόσβατος διαθέσιμος ανοιχτός κατανοητός αναγνώσιμος εύχρηστος εφικτός φιλικός λαϊκός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο είναι προσβάσιμο για άτομα με αναπηρία.
- Ο δρόμος καθιστά το χωριό προσβάσιμο με αυτοκίνητο.
- Η σελίδα παρέχει πληροφορίες με τρόπο που είναι προσβάσιμος σε όλους.
- Ο καθηγητής είναι πάντα προσβάσιμος στους φοιτητές του.
- Τα αρχεία είναι προσβάσιμα μόνο με κωδικό πρόσβασης.