πολίτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει νομική σχέση με ένα κράτος και ως μέλος του απολαμβάνει συγκεκριμένα δικαιώματα και υπόκειται σε αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αλλοδαπός ξένος μέτοικος λοχίας μπάτσος στρατιώτης στρατηγός συνταγματάρχης στρατιωτικός γερουσιαστής πολεμιστής πρέσβης υπουργός εκπρόσωπος ένστολος οπλίτης ταγματάρχης απατρίδης μετανάστης παροικος βασιλιάς πρόεδρος κυβερνήτης διοικητής υπαστυνόμος πάπας αγρότης λεγεώνα πολιτικός άρχων ίδρυμα ηγεμόνας ηγεμών λειτουργός αξιωματούχος επίσκοπος μονάρχης ναύαρχος πρεσβευτής πρόσφυγας παρείσακτος αλλογενής δημοσιογράφος παπάς αντάρτης πρίγκηπας αστυφύλακας πρωθυπουργός υπαξιωματικός αυτοκράτορας πλωτάρχης
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα ψήφου.
- Οι πολίτες της πόλης διαμαρτύρονται για τα προβλήματα καθαριότητας.
- Ο πολίτης περιμένει καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες.
- Νιώθει πολίτης του κόσμου.
- Απευθύνθηκε στους πολίτες της περιοχής με ένα μήνυμα ενότητας.