πνεύμα
ουσιαστικό1. Μη-υλική οντότητα που θεωρείται φορέας ζωής, συνείδησης ή προσωπικότητας σε άτομα.
2. Αόρατη ή εμφανής οντότητα που αποδίδεται σε παρουσίες μετά το θάνατο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένα πνεύμα εμφανίστηκε στη σοφίτα χθες το βράδυ.
- Το πνεύμα της καινοτομίας κυριαρχεί στο εργαστήριο.
- Το πνεύμα της γιορτής έκανε όλους να χαμογελούν.
- Ο συγγραφέας εξέφρασε το πνεύμα της εποχής στο έργο του.
- Το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των μελών είναι αξιοθαύμαστο.