παρρησία
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα του να εκφράζει κάποιος ανοικτά και χωρίς δισταγμό τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τις κρίσεις του, ακόμη και όταν αυτά προκαλούν αντίδραση ή αντίθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε με παρρησία για τα λάθη της διοίκησης.
- Η παρρησία του καθηγητή ενθάρρυνε τους φοιτητές να ρωτούν χωρίς ντροπή.
- Χρειαζόμαστε παρρησία για να υπερασπιστούμε τις ιδέες μας απέναντι στην αντιπολίτευση.
- Στην εκκλησιαστική παράδοση, η παρρησία προς τον Θεό θεωρείται σημαντική διάσταση της προσευχής.
- Έδειξε παρρησία, αλλά κάποιοι θεώρησαν την τοποθέτησή του προσβλητική.