παροξυσμός
ουσιαστικό1. Ξαφνικό και έντονο επεισόδιο ή έξαρση συμπτωμάτων ασθένειας, όπως πόνος, βήχας ή σπασμοί.
2. Έντονη, στιγμιαία εκδήλωση συναισθήματος ή πάθους, εκρηκτική αντίδραση ή έξαρση θυμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον έπιασε παροξυσμός το βράδυ και χρειάστηκε άμεση ιατρική βοήθεια.
- Ο παροξυσμός του βήχα δεν του επέτρεπε να μιλήσει.
- Στον παροξυσμό του θυμού, έβγαλε λόγια που μετά μετάνιωσε.
- Ο παροξυσμός για τα νέα κινητά δημιούργησε ουρές στα καταστήματα.
- Ο αγώνας εξελίχθηκε σε παροξυσμό βίας μετά τη λήξη.