παραδοσιακός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με ή πηγάζει από την παράδοση και τις διαχρονικά μεταβιβαζόμενες συνήθειες, έθιμα ή πρακτικές.

2. Που ακολουθεί ή διατηρεί παλαιές μορφές, κανόνες ή τρόπους αντί για νεωτερισμούς ή πειραματισμούς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παραδοσιακός τρόπος διδασκαλίας δεν ταιριάζει πάντα στους μαθητές.
  • Η παραδοσιακή φορεσιά του χωριού εκτίθεται στο μουσείο.
  • Οι παραδοσιακοί χοροί συγκεντρώνουν πολλούς ντόπιους κάθε καλοκαίρι.
  • Το παραδοσιακό φαγητό της περιοχής έχει έντονες γεύσεις.
  • Ακολουθούμε παραδοσιακές μεθόδους στην παραγωγή του κρασιού.