οπισθοδρομικός
επίθετο1. Που εκφράζει ή προωθεί στάσεις, πρακτικές ή πολιτικές που επαναφέρουν ή διατηρούν παλαιότερα πρότυπα και αντιλήψεις αντί για την πρόοδο.
2. Που δείχνει αντίσταση στην αλλαγή και στην κοινωνική, τεχνολογική ή πολιτιστική εξέλιξη.
Συνώνυμα
αντιδραστικός σκοταδιστικός αναχρονιστικός συντηρητικός παρωχημένος ξεπερασμένος παλιομοδίτικος καθυστερημένος κολλημένος παραδοσιακός χειρότερος ουραγός
Αντώνυμα
προοδευτικός εκσυγχρονιστικός νεωτερικός προχωρημένος μοντέρνος νεωτεριστικός καινοτόμος προοδευμένος εξελιγμένος σύγχρονος μπροστάρης ριζοσπαστικός σημερινός
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πολιτικές του κόμματος είναι οπισθοδρομικές και περιορίζουν τα δικαιώματα.
- Το παλιό λογισμικό είναι οπισθοδρομικό σε σχέση με τις νέες τεχνολογίες.
- Ο διευθυντής αποδείχτηκε οπισθοδρομικός και αρνιόταν κάθε αλλαγή.
- Η οπισθοδρομική κίνηση του πλανήτη φαινόταν ξεκάθαρα από τα δεδομένα του παρατηρητηρίου.
- Σε κάποιες κοινότητες οι κοινωνικές αντιλήψεις παραμένουν οπισθοδρομικές, αποτρέποντας την πρόοδο.