παράδοξος
επίθετο1. Που φαίνεται αντίθετο με το σύνηθες ή με τις προσδοκίες, προκαλώντας έκπληξη ή αμφιβολία.
2. Που περιέχει ή δημιουργεί λογική αντίφαση, δίνοντας την εντύπωση ασυμβιβάστου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παράδοξος γείτονας μιλούσε συνέχεια για ησυχία.
- Η παράδοξη απόφαση της επιτροπής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Είναι παράδοξο που όσο περισσότερο μελετούσε, τόσο λιγότερο καταλάβαινε το θέμα.
- Οι παράδοξοι νόμοι της κβαντικής μηχανικής φαίνονται αντίθετοι στην κοινή λογική.
- Στο διήγημα υπήρχαν πολλές παράδοξες εικόνες που συνδύαζαν το πραγματικό με το φανταστικό.
- Το επιχείρημα περιέχει ένα παράδοξο που οδηγεί σε αυτοαντίφαση.