παθητικότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς κατά το οποίο ένα άτομο αποφεύγει την ανάληψη πρωτοβουλίας και περιορίζει τη δραστηριότητά του σε παθητική αποδοχή ενεργειών ή αποφάσεων άλλων.
Συνώνυμα
παθηρότητα απραξία αδράνεια υποταγή υποχωρητικότητα παραίτηση αβουλία αδιαφορία ανοχή αποδοχή ηττοπάθεια εφησυχασμός δεκτικότητα ευαισθησία
Αντώνυμα
δραστηριότητα ενεργητικότητα πρωτοβουλία δράση τσαμπουκάς ενέργεια κινητοποίηση αποφασιστικότητα αντίδραση αντίσταση δραστικότητα κινητικότητα αυτοδιάθεση συμβολή τσαγανό χειρισμός ρόλος αυτοάμυνα χειρονομία επιφυλακή άθλημα συμπεριφορά αντιμετώπιση σθεναρότητα επιθετικότητα αυθορμητισμός παρακίνηση ανταπόδοση βούληση διδασκαλία κυνήγι άμυνα αντεπίθεση
Παραδείγματα χρήσης
- Η παθητικότητα του μαθητή απέτρεψε κάθε συζήτηση στην τάξη.
- Η πολιτική παθητικότητα των πολιτών επέτρεψε τις αυθαιρεσίες της εξουσίας.
- Στην ψυχοθεραπεία δουλέψαμε πάνω στη μείωση της παθητικότητας απέναντι στα συναισθήματα.
- Η παθητικότητα του ασθενούς κατά την εξέταση υποδεικνύει πιθανή νευρολογική βλάβη.
- Στις ηλεκτρονικές συσκευές, η υπερβολική παθητικότητα ενός στοιχείου μειώνει την απόδοσή του.
- Η εκπαιδευτική μέθοδος αποσκοπεί να αντικαταστήσει την παθητικότητα με ενεργή συμμετοχή.