ορμή
ουσιαστικό1. Ισχυρή και ταχεία κίνηση προς τα εμπρός, φυσική ή μεταφορική.
2. Δύναμη που διατηρεί ή ενισχύει την κίνηση ενός σώματος ή μιας διαδικασίας.
3. Έντονο πάθος ή σφοδρή διάθεση για δράση.
Συνώνυμα
παρόρμηση ώθηση ορμητικότητα φόρα θέρμη παρορμητικότητα σπρώξιμο ροπή φορά ενέργεια εφόρμηση ζωηράδα πάθος ζήλος ενθουσιασμός έξαψη σφοδρότητα δύναμη ταχύτητα ροή βιαιότητα έκρηξη έφοδος κίνητρο βούληση επιδίωξη ευρωστία ζωτικότητα σθένος τσαγανό οργή ενεργητικότητα ερωτισμός ζωηρότητα καταιγισμός σφρίγος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έτρεξε με ορμή προς την έξοδο.
- Η ορμή του θυμού τον έκανε να φωνάξει.
- Η ορμή του ποταμού κατέστρεψε τη γέφυρα.
- Εργάζεται με ορμή και πάθος.
- Η ορμή της νεότητας τον ώθησε να δοκιμάσει νέα πράγματα.