ολοκληρωμένος

επίθετο

1. Που περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέρη ή στοιχεία και δεν λείπει τίποτα για τη λειτουργία ή την παρουσία του αντικειμένου.

2. Που έχει φτάσει στο τελικό στάδιο της εξέλιξης ή εκτέλεσης, χωρίς εκκρεμότητες ή ανάγκη περαιτέρω προσθηκών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έργο είναι ολοκληρωμένο και έτοιμο για παράδοση.
  • Εγκαταστήσαμε ένα ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα για το γραφείο.
  • Η κατασκευή του κτηρίου είναι ολοκληρωμένη και δεν χρειάζεται άλλες εργασίες.
  • Είναι ένας ολοκληρωμένος επαγγελματίας με ποικίλες ικανότητες.
  • Παραδώσαμε έναν ολοκληρωμένο οικονομικό απολογισμό στο διοικητικό συμβούλιο.
  • Τα αποτελέσματα ήταν ολοκληρωμένα και περιλάμβαναν όλα τα ζητούμενα.