οίκημα

ουσιαστικό

1. Κατασκευασμένος χώρος με τοιχώματα και στέγη, διαμορφωμένος για να εξυπηρετεί κατοίκηση, διαμονή ή την άσκηση επαγγελματικής ή λειτουργικής δραστηριότητας.

2. Χώρος ή εγκατάσταση που θεωρείται αντικείμενο ιδιοκτησίας, χρήσης ή εκμετάλλευσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παλιό οίκημα στην πλατεία ανακαινίστηκε και θα γίνει βιβλιοθήκη.
  • Ο ιδιοκτήτης του οικήματος πρέπει να υποβάλει τα δικαιολογητικά στο δήμο.
  • Τα παλιά οικήματα του ιστορικού κέντρου έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα.
  • Η πυροσβεστική έσβησε τη φωτιά πριν επεκταθεί στο διπλανό οίκημα.
  • Για την άδεια λειτουργίας καταστήματος απαιτείται πιστοποιητικό για το συγκεκριμένο οίκημα.