παλάτι
ουσιαστικό1. Μεγάλη και επιβλητική κατοικία που προορίζεται για μονάρχη, μέλη βασιλικής οικογένειας ή άλλους ανώτατους άρχοντες, συνήθως με πολυτελείς αίθουσες, αυλές και επίσημους χώρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλάτι του βασιλιά δεσπόζει στην κορυφή του λόφου.
- Έχτισαν ένα παλάτι δίπλα στη θάλασσα.
- Το ιστορικό παλάτι λειτουργεί πλέον ως μουσείο.
- Μοιάζει με παλάτι από παραμύθι.
- Η αίθουσα μου θύμιζε παλάτι.