ξεκαθάρισμα
ουσιαστικό1. Διαδικασία απομάκρυνσης ή αφαίρεσης περιττών ή ανεπιθύμητων αντικειμένων, στοιχείων ή αρχείων από έναν χώρο, αρχείο ή σύνολο.
Συνώνυμα
εκκαθάριση καθάρισμα ξεμπέρδεμα διευκρίνιση διακανονισμός διευθέτηση τακτοποίηση εξυγίανση κάθαρση εξιχνίαση απομάκρυνση ξεσκαρτάρισμα εκδίκηση αποσαφήνιση διασαφήνιση σκούπισμα φιλτράρισμα εξόντωση εκτέλεση επίλυση αντίποινα διαλεύκανση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξεκαθάρισμα του σπιτιού κράτησε όλη την Κυριακή.
- Χρειάζεται ένα ξεκαθάρισμα στα αρχεία του υπολογιστή πριν την παράδοση του έργου.
- Μετά την ενοποίηση των δύο τμημάτων, έγινε ξεκαθάρισμα των οικονομικών λογαριασμών.
- Η εταιρεία ολοκλήρωσε το ξεκαθάρισμα των αποθεμάτων πριν την απογραφή.
- Ζήτησε ένα ξεκαθάρισμα στη συνεδρίαση για να διευθετηθούν οι παρεξηγήσεις.