νομιμότητα
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα του να συνάδει με το νομικό πλαίσιο και τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και η τήρηση των νόμων και κανονισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νομιμότητα είναι θεμέλιο της δημοκρατίας.
- Το δικαστήριο εξέτασε τη νομιμότητα της διαδικασίας.
- Ο ελεγκτής διαπίστωσε παραβάσεις και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των δαπανών.
- Οι πολίτες αμφισβητούν τη νομιμότητα της κυβέρνησης μετά τις αποκαλύψεις.
- Ο δικηγόρος επιβεβαίωσε τη νομιμότητα του συμβολαίου πριν την υπογραφή.