μουτρωμένος
επίθετο1. Που δείχνει ή εκδηλώνει δυσθυμία, δυσαρέσκεια ή προσβεβλημένη διάθεση, αποφεύγει τη συνομιλία και την επαφή ως ένδειξη δυσαρέσκειας.
Συνώνυμα
κατσούφης μουτσούφης μουτσωμένος κατσουφιασμένος σκυθρωπός στρυφνός αγέλαστος βλοσυρός κακοδιάθετος εκνευρισμένος πικραμένος αποκαρδιωμένος δυσαρεστημένος ενοχλημένος θλιμμένος λυπημένος μελαγχολικός μίζερος θυμωμένος αγριεμένος γκρινιάρης παραπονιάρης σοβαρός σιωπηλός απογοητευμένος δύστροπος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης έμεινε μουτρωμένος όση ώρα μιλούσαμε για τα σχέδιά του.
- Ο μικρός ήταν μουτρωμένος όταν του πήραμε το παιχνίδι.
- Ο φίλος μου καθόταν μουτρωμένος, χωρίς να απαντά στις ερωτήσεις.
- Ο πελάτης έφυγε μουτρωμένος επειδή δεν του άρεσε η εξυπηρέτηση.
- Ακόμα και ο σκύλος ήταν μουτρωμένος όταν τον άφησε μόνος στο σπίτι.