μέτρο
ουσιαστικό1. Ποσοτική εκτίμηση ή μέτρηση που αποτυπώνει το μέγεθος, την ποσότητα ή την ένταση ενός φαινομένου, προϊόν της σύγκρισης με μια σταθερά ή κλίμακα.
Συνώνυμα
μέτρηση μονάδα μετροταινία μετρητής μέσο μέσα ενέργεια κλίμακα όριο κανόνας κριτήριο ρυθμός στίχος μετριοπάθεια σύνεση φειδώ προφύλαξη πρόληψη ζυγός δείκτης νόρμα εγκράτεια παράμετρος συντελεστής περιθώριο μέγεθος διάσταση βήμα αριθμός χιλιόμετρο βαθμός στρατηγική ποσότητα τακτική κανονισμός αναλογία ισορροπία στάθμη αυτοέλεγχος διάμετρος ευρυθμία
Αντώνυμα
υπερβολή ακρότητα αμέλεια παραμέληση ασυδοσία απερισκεψία ανισορροπία υπέρβαση μανία ορμή παρόρμηση ακολασία παραφορά
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέτρο είναι η βασική μονάδα μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας.
- Το τραγούδι έχει σταθερό μέτρο, οπότε είναι εύκολο να χορευτεί.
- Πρέπει να κρατάμε το μέτρο στις συζητήσεις μας, για να μην προσβάλλουμε κανέναν.
- Έκοψα δύο μέτρα ύφασμα για την κουρτίνα.