μάστορας
ουσιαστικό1. Επαγγελματίας εξειδικευμένος τεχνίτης που ασχολείται με χειρωνακτικές εργασίες κατασκευής, επισκευής ή συντήρησης αντικειμένων και κατασκευών.
Συνώνυμα
τεχνίτης τεχνικός χειροτέχνης επισκευαστής επιδιορθωτής ειδικός επαγγελματίας μηχανικός συντηρητής έμπειρος γνώστης δεινός επιδέξιος επιστάτης βιοτέχνης ειδήμων εργολάβος εργάτης γκουρού υδραυλικός ηλεκτρολόγος ξυλουργός σιδεράς μαραγκός οικοδόμος χτίστης δημιουργός ειδικευμένος εξειδικευμένος επιτήδειος μαέστρος χειριστής δάσκαλος επαγγελματικός μάγος εμπειρογνώμονας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μάστορας έφτιαξε τη βρύση σε μισή ώρα.
- Ένας παλιός μάστορας δείχνει τα μυστικά της τέχνης στους νεότερους.
- Είναι μάστορας στα ηλεκτρικά, δεν τον φοβίζει καμία βλάβη.
- Με πολλή εξάσκηση έγινε μάστορας στο ξύλο.
- Μη νομίζεις ότι είσαι μάστορας επειδή λύνεις απλά προβλήματα.