λέσχη

ουσιαστικό

1. Οργανωμένη ομάδα προσώπων που συγκροτείται για κοινά ενδιαφέροντα, σκοπούς ή δραστηριότητες, διαθέτει μέλη και κανόνες και πραγματοποιεί τακτικές συναντήσεις ή δράσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λέσχη των γειτόνων οργανώνει μια εκδήλωση το Σάββατο.
  • Στη λέσχη ανάγνωσης διαβάζουμε ένα βιβλίο κάθε μήνα.
  • Πήγαν στη λέσχη πόκερ για το τουρνουά της Κυριακής.
  • Η λέσχη των αξιωματικών βρίσκεται μέσα στη βάση.
  • Η λέσχη τένις διοργάνωσε τουρνουά για νέους αθλητές.