κώλυμα
ουσιαστικό1. Παράγοντας, λόγος ή συνθήκη που παρεμποδίζει ή καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση, τη διεκπεραίωση ή την ομαλή διεξαγωγή μιας ενέργειας, πράξης ή διαδικασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένα μεγάλο πέτρινο τείχος αποτέλεσε κώλυμα στη διαδρομή των πεζών.
- Το ασυμβίβαστο θεωρήθηκε κώλυμα για την άσκηση του δημόσιου αξιώματος.
- Η γραφειοκρατία ήταν σοβαρό κώλυμα στην έκδοση της άδειας.
- Ζήτησε αναβολή επειδή το κώλυμα της υγείας του τον εμπόδιζε να παραστεί.
- Η έλλειψη πόρων δεν πρέπει να αποτελεί κώλυμα για την ανάπτυξη νέων ιδεών.
- Το πιθανό κώλυμα οδήγησε στην εξαίρεση του μέλους από την επιτροπή.