κυριαρχία
ουσιαστικό1. Η υπέρτατη και ανεξάρτητη εξουσία ενός κράτους ή φορέα να θεσπίζει νόμους, να εφαρμόζει κανόνες και να εκπροσωπεί την πολιτική οντότητα σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο.
Συνώνυμα
εξουσία ηγεμονία πρωτοκαθεδρία κυριότητα έλεγχος υπεροχή επικράτηση αυτονομία ανεξαρτησία παντοκρατορία παντοδυναμία αρχηγία ηγεσία θρίαμβος καθεστώς δύναμη βασίλειο ισχύς αυτοκρατορία κράτος κουμάντο δικαιοδοσία ανωτερότητα επικράτεια μονοπώλιο επιβολή κυβέρνηση διακυβέρνηση επιρροή βασιλεία νταηλίκι δεσποτεία πολίτευμα πολιτεία τιμόνι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυριαρχία του κράτους αναγνωρίζεται διεθνώς.
- Η κυριαρχία στον αέρα ήταν καθοριστική για τη νίκη.
- Η κυριαρχία της εταιρείας στην αγορά οφείλεται στην καινοτομία της.
- Η κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας επηρεάζει την εκπαίδευση πολλών χωρών.
- Η κυριαρχία του μυαλού πάνω στα συναισθήματα απαιτεί εξάσκηση.