κυνηγώ

ρήμα

1. Αναζητώ και ακολουθώ ζώο ή θήραμα για να το πιάσω ή να το σκοτώσω, χρησιμοποιώντας μέσα ή τεχνικές καταδίωξης.

2. Ακολουθώ ή καταδιώκω άνθρωπο ή αντικείμενο που κινείται, με σκοπό να τον/το φτάσω ή να τον/το συλλάβω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο δάσος κυνηγώ αγριόχοιρους το φθινόπωρο.
  • Στη μεγάλη πόλη κυνηγώ έναν κλέφτη που μόλις έκλεψε την τσάντα μιας γυναίκας.
  • Στη ζωή κυνηγώ τα όνειρά μου με επιμονή.
  • Στην εργασία κυνηγώ μια προαγωγή εδώ και χρόνια.
  • Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυνηγώ την προσοχή με κάθε ανάρτηση.