κρότος
ουσιαστικό1. Δυνατός, αιφνίδιος ήχος που προκύπτει από σύγκρουση, έκρηξη, πυροβολισμό ή απότομη κίνηση αντικειμένων.
2. Διακριτός, βροντερός ήχος αναφερόμενος σε ρηχά ή σπασμωδικά κτυπήματα και χτυπήματα υλικών επιφανειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κρότος της βροντής τρόμαξε τα παιδιά.
- Ένας ξαφνικός κρότος από πυροβολισμό διαπέρασε τη σιωπή.
- Ο κρότος των πετρών που κύλησαν ακούστηκε σε όλο το φαράγγι.
- Ο κρότος των βημάτων του στο διάδρομο αντήχησε σαν προειδοποίηση.
- Ο κρότος της έκρηξης κάλυψε κάθε άλλο θόρυβο.