τσακ

άλλο

1. Η ονοματοποιητική αναπαράσταση ενός σύντομου, κοφτού ήχου που προέρχεται από θραύση, χτύπημα ή απότομη κίνηση.

2. Έκφραση που δηλώνει ότι κάτι γίνεται εξαιρετικά γρήγορα ή ακαριαία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ακούστηκε ένα τσακ όταν έσπασε το ποτήρι.
  • Το αυτοκίνητο έκλεισε την πόρτα με ένα τσακ.
  • Πρόλαβα το λεωφορείο στο τσακ.
  • Ο μάγειρας ετοίμασε το σάντουιτς με ένα τσακ.
  • Τον νίκησε με ένα τσακ.