κοινωνία
ουσιαστικό1. Σύνολο ανθρώπων που ζουν σε κοινό γεωγραφικό χώρο ή υπάγονται σε κοινές θεσμικές, πολιτισμικές και οικονομικές δομές, οργανωμένο με κανόνες και πρακτικές που ρυθμίζουν τη διαβίωση και τη συνεργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απομόνωση μοναξιά αποξένωση μοναχικότητα ιδιωτεία αποκλεισμός ερημία ιδιώτευση αποσύνδεση κλίκα απομάκρυνση συμμορία μαφία
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινωνία απαιτεί δικαιοσύνη και ισότητα.
- Η κοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας ήταν ζεστή και υποστηρικτική.
- Στην εκκλησία ζήσαμε την κοινωνία των πιστών.
- Στην εφημερίδα διάβασα ένα αφιέρωμα για την κοινωνία.
- Η κοινωνία πληροφοριών ανάμεσα στους επιστήμονες επιτάχυνε την έρευνα.