καυγάς
ουσιαστικόΈκδηλη ένταση και αντιπαράθεση, συνήθως λεκτική και κάποιες φορές σωματική, μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων λόγω διαφωνίας ή προστριβής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμφωνία συναίνεση συνεννόηση ειρήνη ηρεμία συμφιλίωση κατανόηση αλληλοκατανόηση ησυχία συνεργασία ανακωχή
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καυγάς τους ξέσπασε αργά το βράδυ για ένα παλιό ζήτημα.
- Στη συνεδρίαση έγινε καυγάς όταν οι σύμβουλοι διαφώνησαν έντονα για τον προϋπολογισμό.
- Ο καυγάς στο γήπεδο μετατράπηκε σε συμπλοκή ανάμεσα σε φιλάθλους.
- Έγινε καυγάς στην πλατεία εξαιτίας ενός παρεξηγήματος.
- Ο καυγάς που ξεκίνησε για τα πιάτα ήταν εντελώς ανούσιος.