κατσουφιασμένος

επίθετο

1. Που έχει σκυθρωπή, κατσούφικη ή ενοχλημένη έκφραση, εμφανίζοντας εμφανή δυσαρέσκεια ή αποδοκιμασία.

2. Που βρίσκεται σε κακή ή μουτρωμένη διάθεση, με τάση απομόνωσης ή σιωπηρής δυσαρέσκειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μικρός έμεινε κατσουφιασμένος όλη την ημέρα επειδή έχασε το παιχνίδι.
  • Η κατσουφιασμένη σερβιτόρα δεν χαμογελούσε σε κανέναν πελάτη.
  • Το παιδί κοίταζε με κατσουφιασμένο πρόσωπο όταν του είπαμε τα νέα.
  • Μετά το αποτέλεσμα, οι μαθητές ήταν κατσουφιασμένοι και σιωπηλοί.
  • Ο ουρανός ήταν κατσουφιασμένος εκείνο το απόγευμα, σαν να ετοιμαζόταν να βρέξει.