καταστολή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή αποτέλεσμα μείωσης, αναστολής ή παύσης της έκφρασης, της δραστηριότητας ή της ανάπτυξης ενός φαινομένου, ενός μηχανισμού ή μιας λειτουργίας.
Συνώνυμα
καταπίεση κατάπνιξη καταπνιγμός αναστολή περιορισμός συγκράτηση υπόταξη πάταξη ανακοπή σίγαση φίμωση χαλιναγώγηση συντριβή αδρανοποίηση αποσιώπηση αναχαίτιση διωγμός νάρκωση παρασιώπηση φραγή σιωπή σβήσιμο θάψιμο εξουδετέρωση φρενάρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη καταστολή για να διαλύσει τις λαϊκές διαδηλώσεις.
- Η καταστολή των συναισθημάτων του προκάλεσε άγχος και σωματική ένταση.
- Η θεραπεία προκάλεσε καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος.
- Το φάρμακο προσφέρει καταστολή του πόνου για αρκετές ώρες.
- Η συσκευή διαθέτει φίλτρο για καταστολή του θορύβου και των παρεμβολών.