καταρρίπτω
ρήμα1. Προκαλώ την πτώση ή την καταστροφή ενός αντικειμένου που βρίσκεται στον αέρα ή σε θέση ύψους, με πρόθεση ή βίαιη ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη στρατιωτική άσκηση καταρρίπτω το μη επανδρωμένο αεροσκάφος.
- Με τα νέα δεδομένα καταρρίπτω την παλιά θεωρία.
- Κάθε καλοκαίρι καταρρίπτω το ρεκόρ κολύμβησης της περιοχής.
- Με τις αποδείξεις καταρρίπτω τις φήμες για το περιστατικό.
- Για την ανακαίνιση καταρρίπτω τον παλιό τοίχο.