καταθλιπτικός
επίθετο1. Που εκδηλώνει ή χαρακτηρίζεται από βαθιά ή παρατεταμένη θλίψη, έλλειψη ενεργητικότητας και μειωμένο ενδιαφέρον για συνήθεις δραστηριότητες.
2. Που προκαλεί ή επιτείνει αίσθημα καταπίεσης, απαισιοδοξίας ή κακοκεφιάς σε άτομο ή περίσταση.
Συνώνυμα
μελαγχολικός θλιμμένος θλιβερός αποκαρδιωτικός ζοφερός κατήφης λυπηρός ψυχοφθόρος δυστυχισμένος σκοτεινός μουντός συντετριμμένος απελπισμένος κλαψιάρης σκασμένος κατσουφιασμένος πένθιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν καταθλιπτικός μετά τα νέα.
- Ο καιρός σήμερα είναι καταθλιπτικός.
- Ο τόνος του τραγουδιού είναι καταθλιπτικός και βαρύς.
- Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα παρουσιάστηκε καταθλιπτικός και μοναχικός.
- Ο διάλογος στην ταινία ήταν καταθλιπτικός, αλλά ρεαλιστικός.