κανόνας
ουσιαστικό1. Καθορισμένη οδηγία που προσδιορίζει επιτρεπτές ή υποχρεωτικές συμπεριφορές, διαδικασίες και ενέργειες εντός ενός συστήματος, οργανισμού ή θεσμού.
Συνώνυμα
κανών κάνον κανονισμός κώδικας νόρμα νόμος διάταξη πρότυπο κριτήριο αρχή έθιμο δόγμα πολιτική πρωτόκολλο προδιαγραφή τύπος μέτρο παράδειγμα παραμέτρος λογική συνθήκη ρουτίνα αξίωμα θεσμός σύνταγμα υπόδειγμα φόρμουλα νομοθεσία προϋπόθεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κανόνας επιβάλλει να φοράμε κράνος όταν οδηγούμε ποδήλατο.
- Χρησιμοποίησε τον κανόνα για να σχεδιάσεις μια ευθεία γραμμή.
- Στη δημοκρατία, ο κανόνας της πλειοψηφίας καθορίζει τις αποφάσεις.
- Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στο γραφείο για τα διαλείμματα.
- Στα μαθηματικά, ο κανόνας της πρόσθεσης διευκολύνει τους υπολογισμούς.