ιδίωμα

ουσιαστικό

1. Συγκεκριμένη γλωσσική ποικιλία που χαρακτηρίζει μια κοινότητα ή περιοχή, με ιδιαίτερο λεξιλόγιο, προφορά ή γραμματικές ιδιαιτερότητες.

2. Σταθερή φρασεολογία με μεταφορικό ή μη κυριολεκτικό νόημα που λειτουργεί ως ενιαία μονάδα σημασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το ιδίωμα δεν έχει κυριολεκτική σημασία.
  • Το ιδίωμα της Κρήτης διατηρεί παλιές λέξεις και προφορές.
  • Το ζωγραφικό ιδίωμα του καλλιτέχνη συνδυάζει ρεαλισμό και αφηρημένα στοιχεία.
  • Το νομικό ιδίωμα πολλών εγγράφων είναι δύσκολο για τον μέσο πολίτη.
  • Η αλαζονεία είναι ιδίωμα της προσωπικότητάς του.