καλόκαρδος

επίθετο

1. Που έχει στοργική, ευσπλαχνική και γενναιόδωρη διάθεση απέναντι στους άλλους, δείχνοντας συμπόνια και προθυμία να βοηθήσει.

2. Που τείνει να συγχωρεί και να μην είναι σκληρός ή καχύποπτος απέναντι σε λάθη και αδυναμίες των άλλων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι καλόκαρδος και πάντα βοηθάει τους φίλους του.
  • Η Μαρία είναι καλόκαρδη και παρηγορεί όποιον υποφέρει.
  • Ήταν τόσο καλόκαρδος που τον εκμεταλλεύτηκαν.
  • Οι γείτονές μας είναι καλόκαρδοι και οργανώνουν βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη.
  • Το χαμόγελό του ήταν καλόκαρδο και ζέσταινε τους γύρω του.