καθήλωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης που καθιστά κάτι ή κάποιον ακίνητο ή στερεωμένο, με σκοπό τον περιορισμό της κίνησής του.
2. Κατάσταση ακινησίας ή μείωσης της κινητικότητας, φυσική ή λειτουργική.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθήλωση της σπονδυλικής στήλης πραγματοποιήθηκε στο σημείο του ατυχήματος.
- Η καθήλωση των αεροσκαφών επέφερε ακυρώσεις πτήσεων για αρκετές ώρες.
- Η καθήλωση του κοινού από τη συγκινητική σκηνή κράτησε πολλή ώρα.
- Η καθήλωση του βλέμματος στην οθόνη δεν άφηνε περιθώρια για συζήτηση.