καβγάς
ουσιαστικό1. Έντονη λεκτική διαφωνία ή αντιπαράθεση μεταξύ προσώπων, συχνά με θυμό, έντονο τόνο και απώλεια ψυχραιμίας.
2. Σωματική συμπλοκή ή βίαιη σύγκρουση μεταξύ ατόμων, που μπορεί να συνοδεύει ή να προκύπτει από προφορική αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
τσακωμός διαπληκτισμός διένεξη καυγάς μάλωμα διαμάχη σύγκρουση συμπλοκή διαφωνία έριδα αντιπαράθεση αντιδικία διαφορά έρις αψιμαχία μαλλιοτράβηγμα μάχη πάλη σύρραξη καβγαδάκι τσαμπουκάς διχογνωμία αντιλογία διαξιφισμός διχόνοια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καβγάς τους ξέσπασε για ασήμαντο λόγο.
- Έγινε καβγάς στο καφέ όταν διαφώνησαν για το ποδόσφαιρο.
- Ο καβγάς στη γειτονιά εξελίχθηκε σε ξυλοδαρμό.
- Ο καβγάς δεν άφησε κανέναν ήσυχο στο σπίτι.
- Ο καβγάς ανάμεσα στους συναδέλφους επηρέασε την απόδοσή τους.