κάθομαι
ρήμα1. Καταλαμβάνω θέση καθιστή, στηρίζοντας το σώμα στους γλουτούς πάνω σε καρέκλα, σκαμνί ή στο έδαφος.
2. Παραμένω σε έναν τόπο χωρίς να σηκωθώ ή να φύγω.
Συνώνυμα
καθίζομαι κάθω κάθημαι καθίζω αράζω εγκαθίσταμαι καθίσω διαμένω μένω παραμένω κουρνιάζω κουρνιάζομαι καθηλώνομαι ξεκουράζομαι ξαποσταίνω αραχτώ περιμένω βρίσκομαι είμαι γονατίζω τεμπελιάζω
Αντώνυμα
στέκομαι σηκώνομαι πάω χορεύω πηδάω ξαπλώνω γυρνάω ανασηκώνομαι βαδίζω βηματίζω περιφέρομαι αλωνίζω ανασταίνομαι ανορθώνομαι ξεκουμπίζομαι ξεπετάγομαι περιδιαβαίνω περιπατώ πετιέμαι τριγυρίζω τριγυρνώ ορθώνομαι περπατάω περπατώ κινούμαι φεύγω αποχωρώ ξαπλώνομαι πετάγομαι πορεύομαι αιωρούμαι κείτομαι τρέχω αναχωρώ οδεύω αποδημώ
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα κάθομαι στην καρέκλα του γραφείου.
- Συχνά κάθομαι στο μπαλκόνι και πίνω καφέ το πρωί.
- Όταν είμαι άρρωστος κάθομαι στο κρεβάτι και ξεκουράζομαι.
- Τις Κυριακές κάθομαι στο σπίτι μέχρι το απόγευμα.
- Μερικές φορές κάθομαι και δεν κάνω τίποτα, απλώς σκέφτομαι.