ζόρι

ουσιαστικό

1. Κατάσταση δυσκολίας ή ανάγκης για υπερβολική προσπάθεια, που προκαλεί κόπο, ένταση ή δυσαρέσκεια στην εκτέλεση μιας πράξης.

2. Πίεση ή αναγκασμός που ασκείται σε κάποιον ώστε να συμμορφωθεί, να παραδοθεί ή να υποχωρήσει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ζόρι της δουλειάς ήταν τόσο μεγάλο που χρειάστηκε επιπλέον προσωπικό.
  • Μην μου βάζεις ζόρι, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μαζί.
  • Έφαγα ζόρι όταν χάλασε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου.
  • Του έβαλαν ζόρι να υπογράψει, παρόλο που διαφώνησε.
  • Δεν θέλω να κάνουμε ζόρι από μια ασήμαντη λεπτομέρεια.