ζόρικος

επίθετο

1. Που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια ή επιμονή για να αντιμετωπιστεί ή να ολοκληρωθεί μια εργασία, υπόθεση ή κατάσταση.

2. Που επιδεικνύει αδιαλλαξία ή αυστηρή στάση στη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να μην υποχωρεί εύκολα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο προπονητής μας είναι ζόρικος, αλλά βλέπεις πρόοδο από την σκληρή δουλειά.
  • Η εργασία αυτή είναι ζόρικη και χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό.
  • Το πέρασμα από το βουνό ήταν ζόρικο λόγω της λάσπης και του κρύου.
  • Οι πρώτες μέρες στο νέο σχολείο ήταν ζόρικες, αλλά τελικά άρχισα να νιώθω άνετα.
  • Τα παιδιά στο πάρτι έγιναν ζόρικα και χρειάστηκε η παρέμβαση των γονέων.