επιρρίπτω

ρήμα

1. Αναθέτω σε κάποιον ή κάτι την ευθύνη, την ενοχή ή την κατηγορία για ένα γεγονός, λάθος ή αποτέλεσμα.

2. Ρίχνω ή εναποθέτω πάνω σε κάποιον ή κάτι ένα αντικείμενο, βάρος ή επιβάρυνση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην μου επιρρίπτεις όλη την ευθύνη για το λάθος.
  • Οι πολίτες του επιρρίπτουν την ευθύνη για την οικονομική κρίση.
  • Η διευθύντρια επιρρίπτει περισσότερη δουλειά στην ομάδα.
  • Το δικαστήριο του επιρρίπτει ευθύνες για φοροδιαφυγή.
  • Ο εργάτης επιρρίπτει τα χαλίκια στο φορτηγό.
  • Συχνά του επιρρίπτονται κατηγορίες χωρίς αποδείξεις.