επιδρομή
ουσιαστικό1. Βραχυχρόνια, συχνά αιφνιδιαστική ένοπλη επίθεση ή εισβολή σε θέση, εγκατάσταση ή περιοχή με σκοπό πρόκληση ζημής, λεηλασία ή ανάληψη ελέγχου.
2. Σύντομη, οργανωμένη είσοδος ατόμων σε χώρο για σύλληψη, έρευνα ή κατάσχεση (π.χ. αστυνομική επιδρομή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιδρομή των στρατευμάτων έγινε τα ξημερώματα.
- Οι πειρατές εξαπέλυσαν μια επιδρομή στις ακτές του νησιού.
- Η αστυνομία έκανε επιδρομή στο κρησφύγετο των δραστών.
- Μια επιδρομή ακρίδων κατέστρεψε τις καλλιέργειες της περιοχής.
- Έκανε μια επιδρομή στα βιβλιοπωλεία της πόλης για να βρει σπάνιες εκδόσεις.