εξασθένηση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία η δύναμη, η ένταση ή η ικανότητα ενός σώματος, οργανισμού ή φαινομένου γίνεται σταδιακά μικρότερη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενίσχυση ενδυνάμωση ευρωστία αύξηση ισχυροποίηση ανάκαμψη αποκατάσταση ανάκτηση ανόρθωση ανάπτυξη διόγκωση έξαρση αναζωογόνηση αναζωπύρωση υγειά αναβάθμιση
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων.
- Η εξασθένηση του σήματος στο ασύρματο δίκτυο προκλήθηκε από τα εμπόδια και την απόσταση.
- Η εξασθένηση της αγοράς οδήγησε σε μείωση των επενδύσεων και σε απολύσεις.
- Η εξασθένηση των οικοσυστημάτων λόγω της ρύπανσης απειλεί τη βιοποικιλότητα.
- Η εξασθένηση του φωτός μέσα στην ομίχλη έκανε δύσκολη την οδήγηση.