εισφορά
ουσιαστικό1. Πληρωμή σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλεται από άτομο ή φορέα σε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό για την κάλυψη δαπανών, την παροχή υπηρεσιών ή τη διατήρηση κοινών πόρων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εισφορά υπέρ του ασφαλιστικού ταμείου αυξήθηκε φέτος.
- Κάθε μήνα παρακρατείται μια εισφορά από τον μισθό μου για την κοινωνική ασφάλιση.
- Έκαναν μια μικρή εισφορά για την αποκατάσταση του σχολείου.
- Η επιστημονική του εισφορά στην έρευνα ήταν καθοριστική.
- Η έκτακτη εισφορά επιβλήθηκε για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών.