δυσχεραίνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι πιο δύσκολο στην εκτέλεση ή στην επίτευξη, δημιουργώντας εμπόδια ή περιπλέκοντας τις σχετικές διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν αλλάζω συνέχεια προδιαγραφές, δυσχεραίνω τη συνεργασία με τους συναδέλφους.
  • Αν δεν δίνω σαφείς οδηγίες, δυσχεραίνω την εκτέλεση της εργασίας.
  • Με την απροσεξία μου, δυσχεραίνω την έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου.
  • Αποφεύγοντας τη συζήτηση, δυσχεραίνω την επίλυση του προβλήματος.
  • Φοβάμαι ότι με την άρνησή μου να συνεργαστώ, δυσχεραίνω τις προσπάθειες της ομάδας.