δυσχεραίνω
ρήμα1. Κάνω κάτι πιο δύσκολο στην εκτέλεση ή στην επίτευξη, δημιουργώντας εμπόδια ή περιπλέκοντας τις σχετικές διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διευκολύνω ευκολύνω απλοποιώ υποβοηθώ επιλύω ελαφρύνω βοηθώ ενισχύω ξεμπλοκάρω βοηθάω συμβάλλω ευνοώ ξεμπερδεύω διευθετώ επιταχύνω προωθώ
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν αλλάζω συνέχεια προδιαγραφές, δυσχεραίνω τη συνεργασία με τους συναδέλφους.
- Αν δεν δίνω σαφείς οδηγίες, δυσχεραίνω την εκτέλεση της εργασίας.
- Με την απροσεξία μου, δυσχεραίνω την έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου.
- Αποφεύγοντας τη συζήτηση, δυσχεραίνω την επίλυση του προβλήματος.
- Φοβάμαι ότι με την άρνησή μου να συνεργαστώ, δυσχεραίνω τις προσπάθειες της ομάδας.