δυστυχία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έντονου ψυχικού πόνου, λύπης ή απελπισίας που επηρεάζει τη διάθεση και την ευεξία.

2. Σύνολο δυσμενών περιστάσεων ή συμβάντων που προκαλούν απώλειες, δυσκολίες ή ταλαιπωρία στη ζωή ενός ατόμου ή μιας ομάδας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δυστυχία τον βρήκε ξαφνικά όταν έχασε τη δουλειά του.
  • Δεν μπορούσε να κρύψει τη βαθιά δυστυχία που ένιωθε μετά τον χωρισμό.
  • Οι φυσικές καταστροφές έφεραν δυστυχία σε πολλές οικογένειες.
  • Τι δυστυχία να συμβεί αυτό την τελευταία στιγμή!
  • Η δυστυχία της φτώχειας φαίνεται από την έλλειψη βασικών αγαθών.