διστάζω
ρήμα1. Εμφανίζω αναποφασιστικότητα ή επιφύλαξη προτού ενεργήσω ή λάβω απόφαση, κάνοντας παύση ή αναβάλλοντας την πράξη λόγω αμφιβολίας, φόβου ή αβεβαιότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που πρέπει να μιλήσω μπροστά σε κόσμο, διστάζω.
- Πριν υπογράψω το συμβόλαιο, διστάζω και ζητώ χρόνο για σκέψη.
- Παρότι ήξερα την αλήθεια, διστάζω να την επικαλεστώ χωρίς σαφείς αποδείξεις.
- Δεν διστάζω να βοηθήσω όποιον έχει ανάγκη.
- Στη δοκιμασία, όταν έρχεται η σειρά μου, διστάζω και χάνω την ευκαιρία.