διασφάλιση

ουσιαστικό

1. Δράση ή διαδικασία λήψης μέτρων και ενεργειών με σκοπό την προστασία, τη διατήρηση της ακεραιότητας και την αποτροπή ζημιών ή απωλειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διασφάλιση της ποιότητας των προϊόντων είναι προτεραιότητά μας.
  • Έλαβαν επιπλέον μέτρα για τη διασφάλιση της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων.
  • Η διασφάλιση της χρηματοδότησης έγινε πριν από την έναρξη του έργου.
  • Στη συμφωνία προβλέπεται η διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
  • Η διασφάλιση της δημόσιας υγείας απαιτεί συνεχείς ελέγχους και προληπτικά μέτρα.
  • Χρειάζεται η διασφάλιση της πρόσβασης σε καθαρό νερό για τις ευάλωτες κοινότητες.