διαλυμένος
επίθετο1. Που έχει μετατραπεί σε διαλυμένη κατάσταση μέσα σε υγρό ή διάλυμα, έχοντας χάσει την στερεή μορφή του.
2. Που έχει διασπαστεί σε μικρότερα μέρη και δεν υπάρχει πια ως ενιαίο ή συνεκτικό σύνολο.
Συνώνυμα
κατεστραμμένος συντριμμένος συντετριμμένος κομματιασμένος θρυμματισμένος σμπαραλιασμένος ρημαγμένος ξεχαρβαλωμένος κατακερματισμένος λιώμα απαρηγόρητος αχρηστευμένος σπασμένος τσακισμένος σκασμένος μπαταρισμένος ράκος εξαντλημένος καταρρακωμένος διασπασμένος ηττημένος τελειωμένος χαλασμένος αποκαρδιωμένος εξουθενωμένος παραμελημένος ερειπωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κινητήρας ήταν διαλυμένος μετά το σοβαρό ατύχημα.
- Μετά τον χωρισμό, ο Γιάννης αισθανόταν διαλυμένος.
- Το αλάτι είναι διαλυμένο στο νερό και δεν φαίνεται.
- Ύστερα από το μαραθώνιο, η Μαρία γύρισε διαλυμένη στο σπίτι.
- Οι σχέσεις της ομάδας ήταν διαλυμένες κι ανάγκασαν τον προπονητή να παραιτηθεί.