διακανονισμός

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών για την τακτοποίηση οικονομικών ή νομικών υποχρεώσεων, με καθορισμό όρων πληρωμής, αποπληρωμής ή εξόφλησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έγινε ένας διακανονισμός για την αποπληρωμή του χρέους σε δόσεις.
  • Οι δύο εταιρείες κατέληξαν σε διακανονισμό για τη διευθέτηση των διαφορών τους.
  • Ο διακανονισμός των λογαριασμών πρέπει να γίνει πριν το τέλος του μήνα.
  • Μας πρότειναν έναν διακανονισμό που περιλαμβάνει έκπτωση και παράταση της προθεσμίας.
  • Οι διακανονισμοί με τους προμηθευτές θα πρέπει να τεκμηριωθούν εγγράφως.