δημοσιοποίηση

ουσιαστικό

Ενέργεια ή διαδικασία με την οποία πληροφορίες, στοιχεία, έγγραφα ή γεγονότα καθίστανται δημόσια και γίνονται γνωστά σε ευρύ κοινό ή σε συγκεκριμένη ομάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων θα γίνει αύριο το πρωί.
  • Αντιδρούν στη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων χωρίς συγκατάθεση.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε τη δημοσιοποίηση του νέου οικονομικού απολογισμού.
  • Η δημοσιοποίηση των εγγράφων αποκάλυψε λανθασμένες πρακτικές.
  • Προτείνουν τη δημοσιοποίηση των συμβολαίων για λόγους διαφάνειας.
  • Η δημοσιοποίηση της στρατηγικής στα μέσα ενημέρωσης προκάλεσε συζήτηση.